Η σκοτεινή πλευρά της εγκατάλειψης κατοικιδίων στη φύση

 Όταν το κατοικίδιο γίνεται εισβολέας…

 


Επιγραμματικά: 
  • • Το κατοικίδιο δεν «επιστρέφει στη φύση» όταν το απελευθερώνουμε. Μεταφέρεται σε ένα οικοσύστημα όπου δεν ανήκει.
  • • Ένα ξενικό είδος μπορεί να γίνει χωροκατακτητικό, εφόσον εγκατασταθεί, εξαπλωθεί και προκαλέσει επιπτώσεις στη ντόπια βιοποικιλότητα.
  • • Τα ξενικά είδη δεν εμπλουτίζουν τη βιοποικιλότητα. Μπορούν να ανταγωνίζονται τα ντόπια είδη για τροφή, καταφύγια και θέσεις αναπαραγωγής, να τα θηρεύουν και να τα εκτοπίζουν.
  • • Ακόμη και ένα μόνο ζώο μπορεί να προκαλέσει πρόβλημα χωρίς να αναπαραχθεί, επειδή μπορεί να μεταφέρει παθογόνα ή παράσιτα σε άγριους πληθυσμούς.
  • • Η Ελλάδα έχει ήδη το δικό της «κατάλογο» ξενικών ζώων που έχουν εγκατασταθεί από εγκαταλείψεις και δημιουργούν προβλήματα στα ελληνικά οικοσυστήματα
  • • Δεν χρειάζεται ένα ζώο να είναι «εξωτικό» για να δημιουργεί οικολογικό πρόβλημα. Οι ελεύθερες γάτες και σκύλοι μπορούν να ασκούν σημαντική πίεση στην άγρια πανίδα μέσω θήρευσης, όχλησης και μετάδοσης παθογόνων.
  • • Η απελευθέρωση μπορεί να είναι καταστροφική και για το ίδιο το κατοικίδιο. Μπορεί να πεθάνει από πείνα, αφυδάτωση, ακραίες θερμοκρασίες, θηρευτές, ασθένειες ή τραυματισμούς.
  • • Η εγκατάλειψη δεν είναι απλώς ανεύθυνη, είναι και παράνομη, από ευρωπαϊκή και εθνική νομοθεσία.
  • • Η υπεύθυνη επιλογή ξεκινά πριν αγοράσουμε το ζώο. Πρέπει να γνωρίζουμε πόσο μεγαλώνει, πόσο ζει, τι ανάγκες έχει, πόσο κοστίζει η φροντίδα του και αν μπορούμε να το αναλάβουμε μακροπρόθεσμα.
  • • Αν δεν μπορούμε πλέον να το κρατήσουμε, βρίσκουμε άλλη λύση. Υπεύθυνη υιοθεσία, κατάλληλος φορέας, κτηνίατρος ή αρμόδια υπηρεσία — ποτέ απελευθέρωση στη φύση.
  •  

Αν δεν μπορείς πια να κρατήσεις το κατοικίδιό σου, μην του ανοίξεις την πόρτα προς τη φύση — βρες του ένα υπεύθυνο σπίτι. Γιατί η φύση δεν είναι καταφύγιο κατοικιδίων.


 
«Δεν μπορώ πια να κρατήσω τη νεροχελώνα μου. Θα την αφήσω στη λίμνη, να ζήσει ελεύθερη!»

Η σκέψη μπορεί να ακούγεται καλοπροαίρετη. Στην πραγματικότητα, όμως, μια τέτοια κίνηση μπορεί να έχει σοβαρές συνέπειες, τόσο για το ίδιο το ζώο όσο και για το οικοσύστημα. Μια νεροχελώνα που αφήνεται σε έναν υγρότοπο, ένα ψάρι που αδειάζεται από το ενυδρείο σε ένα ποτάμι ή ένα εξωτικό ζώο που εγκαταλείπεται στην ύπαιθρο δεν «επιστρέφει στη φύση». Μεταφέρεται από τον άνθρωπο σε ένα οικοσύστημα στο οποίο δεν ανήκει. Και αυτό μπορεί να είναι η αρχή μιας βιολογικής εισβολής.

Το πρόβλημα δεν είναι θεωρητικό ούτε αφορά μόνο μακρινές χώρες. Στην Ελλάδα έχουμε ήδη καταγεγραμμένα παραδείγματα ξενικών ειδών που συνδέονται με το εμπόριο κατοικιδίων και άλλες ανθρωπογενείς οδούς εισαγωγής. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα των ξενικών νεροχελώνων, όπου η παλιά ιστορία της «Κοκκινομάγουλης» αποδεικνύεται πολύ μεγαλύτερη και πιο σύνθετη απ’ όσο νομίζαμε.

Όμως το ζήτημα των κατοικιδίων στη φύση δεν περιορίζεται στα εξωτικά είδη. Γάτες και σκύλοι αποτελούν μια διαφορετική, αλλά εξίσου σημαντική, περίπτωση, καθώς ελεύθερα μπορούν να ασκούν σημαντική πίεση στην άγρια πανίδα μέσω θήρευσης, όχλησης, ανταγωνισμού και μετάδοσης παθογόνων.

 
Δεν είναι «επιστροφή στη φύση»

Ένα είδος μπορεί να αποτελεί φυσιολογικό κομμάτι ενός οικοσυστήματος στη Βόρεια Αμερική, την Ασία ή την Αφρική, αλλά να μην έχει καμία θέση σε έναν ελληνικό βιότοπο. Όταν μεταφέρεται έξω από τη φυσική περιοχή εξάπλωσής του με ανθρώπινη παρέμβαση, χαρακτηρίζεται ξενικό είδος. Αν στη συνέχεια εγκατασταθεί, εξαπλωθεί και προκαλέσει σημαντικές αρνητικές επιπτώσεις στη βιοποικιλότητα, μπορεί να χαρακτηριστεί χωροκατακτητικό ξενικό είδος.

Το ίδιο το ζώο δεν είναι «κακό» ή προβληματικό από τη φύση του. Το πρόβλημα δημιουργείται από τη μεταφορά του σε ένα οικοσύστημα στο οποίο δεν αποτελεί αυτόχθονο στοιχείο. Ένας οργανισμός που στο φυσικό του περιβάλλον αποτελεί μέρος μιας πολύπλοκης τροφικής αλυσίδας μπορεί, σε ένα νέο περιβάλλον, να συναντήσει διαφορετικές συνθήκες: λιγότερους (ή και καθόλου) φυσικούς εχθρούς, διαφορετικούς ανταγωνιστές και άφθονους διαθέσιμους πόρους. Αυτό μπορεί να του επιτρέψει να εδραιωθεί και να εξαπλωθεί.

«Αρκεί η εγκατάλειψη ενός μόνο ζώου για να δημιουργηθεί ένας ξενικός πληθυσμός;»

Συνήθως όχι. Ένα μοναχικό ζώο δεν μπορεί από μόνο του να δημιουργήσει έναν αναπαραγόμενο πληθυσμό όταν χρειάζεται σύντροφο για την αναπαραγωγή. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η εγκατάλειψη ενός μόνο ζώου είναι ακίνδυνη.

Μπορεί στην ίδια περιοχή να έχουν προηγηθεί και άλλες απελευθερώσεις που δεν έγιναν αντιληπτές. Μπορεί να ακολουθήσουν νέες. Έτσι, δύο ζώα αντίθετου φύλου μπορεί τελικά να βρεθούν στον ίδιο χώρο. Επιπλέον, υπάρχουν περιπτώσεις όπου ένα μόνο θηλυκό μπορεί να αρκεί, εάν είναι ήδη γονιμοποιημένο ή εάν η αναπαραγωγική βιολογία του είδους επιτρέπει την παραγωγή απογόνων χωρίς αρσενικό. Στα ερπετά υπάρχουν αρκετές τέτοιες περιπτώσεις, μέσω της παρθενογένεσης.

 
Γιατί μας πειράζει ένας πληθυσμός ξενικού είδους
«Μα τι πειράζει να έχουμε μερικά είδη χελώνας παραπάνω στη λίμνη; Δεν είναι καλό για τη βιοποικιλότητα;»

Όχι. Η βιοποικιλότητα δεν είναι απλώς ο αριθμός των ειδών που υπάρχουν σε έναν τόπο. Είναι η σύνθεση και η αφθονία των οργανισμών, οι αλληλεπιδράσεις τους και η βαθιά εξελικτική ιστορία της συγκεκριμένης κοινότητας. Η προσθήκη ενός ξενικού είδους δεν σημαίνει αυτομάτως «περισσότερη φύση». Μπορεί, αντίθετα, να σημαίνει λιγότερη.

Ένα ξενικό ζώο μπορεί:

  • • να ανταγωνίζεται τα αυτόχθονα είδη για τροφή
    • να χρησιμοποιεί τις ίδιες θέσεις για φωλεοποίηση καταφύγιο ή θερμορύθμιση
    • να καταναλώνει αυγά, νεοσσούς ή ενήλικα άτομα αυτόχθονων ειδών
    • να τροποποιεί τη βλάστηση
    • να μεταφέρει παθογόνα και παράσιτα
    • να μεταβάλλει τις τροφικές αλυσίδες
    • να υβριδίζεται με συγγενικά είδη
    • να προκαλεί γενετική ρύπανση
    • και τελικά να αλλάζει άμεσα ή έμμεσα τη δομή ολόκληρης μιας βιολογικής κοινότητας

 

Οι επιπτώσεις μπορεί να είναι ιδιαίτερα έντονες όταν πρόκειται για αποτελεσματικό θηρευτή και τα αυτόχθονα είδη δεν έχουν εξελιχθεί μαζί του.

 
Ένα παγκόσμιο πρόβλημα, και όχι μικρό

Το πρόβλημα των χωροκατακτητικών ξενικών ειδών είναι πλέον μία από τις σημαντικότερες απειλές για τη βιοποικιλότητα παγκοσμίως. Η παγκόσμια αξιολόγηση της IPBES (Διακυβερνητική Πλατφόρμα Επιστήμης-Πολιτικής για τη Βιοποικιλότητα και τις Υπηρεσίες Οικοσυστημάτων) εκτίμησε ότι περισσότερα από 37.000 ξενικά είδη έχουν μεταφερθεί από τον άνθρωπο έξω από τη φυσική περιοχή εξάπλωσής τους. Από αυτά, περισσότερα από 3.500 έχουν τεκμηριωμένες σημαντικές αρνητικές επιπτώσεις και χαρακτηρίζονται χωροκατακτητικά. Ακόμη πιο εντυπωσιακό είναι ότι τα χωροκατακτητικά ξενικά είδη έχουν συμβάλει σημαντικά στο 60% των καταγεγραμμένων παγκόσμιων εξαφανίσεων φυτών και ζώων.

 
Τεράστιο και το οικονομικό κόστος

Η IPBES υπολόγισε ότι το κόστος των βιολογικών εισβολών ξεπέρασε τα 423 δισεκατομμύρια δολάρια ετησίως το 2019, ενώ το κόστος αυτό έχει τουλάχιστον τετραπλασιαστεί κάθε δεκαετία από το 1970 (UNEP – UN Environment Programme).

Δεν μιλάμε, λοιπόν, για ένα πρόβλημα που αφορά κάποιους «παράξενους βιολόγους» και μερικές χελώνες σε ένα πάρκο. Μιλάμε για έναν από τους πέντε βασικούς άμεσους παράγοντες απώλειας της φύσης σε παγκόσμια κλίμακα.

 

 
«Εντάξει, αλλά αν δεν δημιουργηθεί πληθυσμός; Μόνο ένα ζώο, τι κακό μπορεί να κάνει;»

Δεν χρειάζεται να εγκατασταθεί το είδος για να προκληθεί ζημιά. Ένα ζώο μπορεί να μεταφέρει αλλόχθονους παθογόνους μικροοργανισμούς ή παράσιτα στο νέο περιβάλλον που εισάγεται.

Ένα κατοικίδιο μπορεί να είναι υγιές στην εμφάνιση και παρ’ όλα αυτά να λειτουργεί ως φορέας ενός μικροοργανισμού που δεν υπάρχει, ή δεν είναι ευρέως διαδεδομένος στους άγριους πληθυσμούς της περιοχής απελευθέρωσης. Και αυτό μπορεί να είναι πολύ πιο σοβαρό από την παρουσία του ίδιου του ζώου.

Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι οι μύκητες Batrachochytrium dendrobatidis (Bd) και Batrachochytrium salamandrivorans (Bsal). Οι μύκητες αυτοί προκαλούν χυτριδιομύκωση, μια σοβαρή ασθένεια των αμφιβίων, και έχουν συσχετιστεί παγκοσμίως με καταρρεύσεις πληθυσμών περισσότερων από 500 ειδών αμφιβίων και με περισσότερες από 90 εξαφανίσεις. Στην Ευρώπη έχουν συνδεθεί με σοβαρές καταρρεύσεις πληθυσμών σαλαμανδρών. Η διεθνής εμπορία αμφιβίων θεωρείται ένας από τους σημαντικούς μηχανισμούς μέσω των οποίων οι χυτριδιομύκητες έχουν μεταφερθεί σε νέες περιοχές.

Η δική μας έρευνα στην Ελλάδα έδειξε ότι ο Bd είναι ήδη παρών σε αρκετές περιοχές και βρέθηκε σε αρκετά είδη της χώρας (σχετικό άρθρο).

Άρα, ένα μόνο απελευθερωμένο ζώο μπορεί θεωρητικά να είναι αρκετό για να μεταφέρει ένα επικίνδυνο για τα ντόπια είδη παθογόνο ή παράσιτο, ακόμη και αν το ίδιο δεν καταφέρει ποτέ να αναπαραχθεί ή να επιβιώσει για πολύ.

 
Τα παραδείγματα ξενικών στην Ελλάδα
Νεροχελώνες

Οι Αμερικανικές (κοκκινομάγουλες) νεροχελώνες είναι ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα χερσαίων χωροκατακτητικών ξενικών ειδών στην Ελλάδα, που προέκυψαν από εγκατάλειψη πετ, χωρίς να είναι το μοναδικό. Η Trachemys scripta έχει καταγραφεί να ανταγωνίζεται αυτόχθονες χελώνες για τροφή, θέσεις λιασίματος και θέσεις φωλεοποίησης, ενώ ταυτόχρονα να θηρεύει γηγενή ζώα κάθε είδους μικρού μεγέθους, όπως βατράχους, ψάρια, μικρά πτηνά και νεοσσούς, μικρά ερπετά, κ.ά. Ως μεγαλύτερο, ισχυρότερο και πιο ανταγωνιστικό είδος, πολύ συχνά εκτοπίζει άμεσα ή έμμεσα τη Γραμμωτή (Mauremys rivulata) και τη Στικτή Νεροχελώνα (Emys orbicularis), τα αυτόχθονα είδη νεροχελώνας της Ελλάδας. Ταυτόχρονα, έχει δειχθεί ότι μπορεί να λειτουργεί ως φορέας ή ξενιστής παθογόνων και παρασίτων, που προσβάλλουν σοβαρά τα αυτόχθονα είδη.

Η μελέτη μας για την παρουσία και την κατανομή ξενικών νεροχελώνων στην Ελλάδα καταγράφει την T. scripta σε πολυάριθμες περιοχές, τόσο της ηπειρωτικής όσο και της νησιωτικής Ελλάδας, κάτι που αποκαλύπτει το μέγεθος του προβλήματος. Το είδος καταγράφηκε σε 74 υδάτινα σώματα, από τα οποία το 62% ήταν φυσικά. Και το πρόβλημα δεν σταμάτησε όταν περιορίστηκε η εμπορία της δημοφιλέστερης κοκκινομάγουλης με απαγόρευση από τον νόμο. Αντίθετα, εμφανίστηκαν «υποκατάστατα» είδη στην αγορά, με αποτέλεσμα να εντοπίζονται πλέον στη φύση και άλλα είδη νεροχελώνων. Η ίδια μελέτη μας, επιβεβαιώνει την παρουσία και των Pseudemys floridana, P. nelsoni, P. concinna και Mauremys sinensis, τρία αμερικανικά και ένα κινεζικό είδος, μεταξύ άλλων! Το πρόβλημα μοιάζει με Λερναία Ύδρα: όταν περιορίζεται ένα είδος στην αγορά, μπορεί να εμφανιστούν άλλα ως υποκατάστατα…

Νεογέννητη αμερικανική νεροχελώνα (Trachemys scripta) στη φύση, στο μέγεθος που τη συναντούσαμε συνήθως στα πετσοπ πριν απαγορευθεί η πώλησή τους εντός Ε.Ε. Τα χαριτωμένα μικρά νεροχελωνάκια γίνονται συνήθως άβολα όταν μεγαλώσουν, με αποτέλεσμα να καταλήγουν στη φύση και, ως ξενικά χωροκατακτητικά είδη, να προκαλούν πολύ σοβαρά προβλήματα στα ευρωπαϊκά οικοσυστήματα. Photo: Peter Paplanus, CC BY 2.0 Generic license.

 


Αμερικανικές νεροχελώνες στο φράγμα Θέρμης Θεσσαλονίκης. Ο υγρότοπος φιλοξενούσε παλιότερα έναν πολύ μεγάλο πληθυσμό από την αυτόχθονη Γραμμωτή Νεροχελώνα (Mauremys rivulata). Σήμερα, μετά από επανειλημμένες απελευθερώσεις αμερικανικών νεροχελωνών από πολίτες, παρατηρείται μέχρι και αναπαραγωγή του είδους, ενώ η Γραμμωτή Νεροχελώνα έχει πλέον εκτοπιστεί πλήρως από την περιοχή. Φωτογραφία: © Παναγιώτης Ραφαηλίδης  – CC BY-NC 4.0 license.

 
Ψάρια γλυκού νερού

Το 2011 ερευνήθηκαν δέκα μεγάλα καταστήματα ενυδρείων στην Ελλάδα. Καταγράφηκαν 326 είδη ψαριών, από 64 οικογένειες. Το 66% ήταν ψάρια γλυκού νερού και πάνω από το 90% των ειδών ήταν τροπικά. Ακόμη πιο ενδιαφέρον: 62 είδη είχαν ήδη εγκατασταθεί εκτός της φυσικής τους εξάπλωσης και 22 είχαν επιβεβαιωθεί ως ξενικά σε ευρωπαϊκά ύδατα.

Στα ελληνικά εσωτερικά ύδατα έχουν καταγραφεί μέχρι σήμερα 37 ξενικά είδη ψαριών, με ορισμένα να έχουν πλέον εξαπλωθεί ευρέως. Ανάμεσα στα πιο διαδεδομένα είναι το κουνουπόψαρο, το χρυσόψαρο και το ηλιόψαρο.

Τα χωροκατακτητικά ψάρια θηρεύουν, ανταγωνίζονται και εν τέλει εκτοπίζουν αυτόχθονα είδη ψαριών, αμφιβίων και άλλων οργανισμών, προκαλώντας σε ορισμένες περιπτώσεις τεράστια οικολογική ζημιά, ακόμα και εξαφανίσεις ειδών.

 
Ρακούν στην Κέρκυρα

Η παρουσία του αμερικανκού Ρακούν (Procyon lotor) στην άγρια φύση της Κέρκυρας επιβεβαιώνεται περίπου από το 2014, ενώ το 2020 είχε καταγραφεί σε δέκα θέσεις και είχε ήδη τεκμηριωθεί αναπαραγωγή. Είναι γνωστό ότι Ρακούν κρατούνταν ως κατοικίδια στην Κέρκυρα στο παρελθόν. Η ακριβής προέλευση των πρώτων ζώων της Κέρκυρας δεν είναι γνωστή. Γνωρίζουμε όμως ότι ένα είδος που δεν υπήρχε στην ελληνική πανίδα απέκτησε εκεί ελεύθερο, αναπαραγόμενο πληθυσμό.

Το Ρακούν αποτελεί ένα ακόμη παράδειγμα ξενικού θηρευτή που έχει εγκατασταθεί στην Ευρώπη μετά από ανθρωπογενείς εισαγωγές. Η παμφάγος και ιδιαίτερα ευκαιριακή διατροφή του, του επιτρέπει να εκμεταλλεύεται μεγάλη ποικιλία πόρων, από ασπόνδυλα και καρπούς έως αμφίβια, ερπετά, αυγά, νεοσσούς και μικρά θηλαστικά. Ευρωπαϊκές μελέτες έχουν τεκμηριώσει θήρευση αμφιβίων, ερπετών και πουλιών, ενώ ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί η παρουσία του σε υγροτόπους και περιοχές αναπαραγωγής, όπου μπορεί να ασκεί πίεση σε είδη που συγκεντρώνονται εποχικά. Παράλληλα, το ρακούν μπορεί να λειτουργεί ως ξενιστής και φορέας παθογόνων και παρασίτων, μεταξύ άλλων του Baylisascaris procyonis.

Ωστόσο, ενώ οι οικολογικοί μηχανισμοί επίδρασης είναι καλά τεκμηριωμένοι και περιφερειακές μελέτες δείχνουν πραγματικές πιέσεις στην αυτόχθονη πανίδα, η συνολική έκταση της επίδρασης του ρακούν στην ευρωπαϊκή και ιδιαίτερα στην ελληνική βιοποικιλότητα δεν έχει ακόμη ποσοτικοποιηθεί επαρκώς.

Αμερικανικό Ρακούν. Το συμπαθέστατο αυτό ζώο αποδεικνύεται καταστροφικό για τα ευρωπαϊκά οικοσυστήματα όταν εισάγεται σε αυτά, εδραιώνεται και αυξάνεται σε αριθμούς. Photo by Jerzy Strzelecki CC BY-SA 3.0 license.

 
Τι γίνεται με την εγκατάλειψη γάτας και σκύλου; Ισχύει το ίδιο; Θεωρούνται κι αυτά ξενικά;

Το πρόβλημα των κατοικιδίων στη φύση δεν περιορίζεται στα εξωτικά είδη. Η εγκατάλειψη και η δημιουργία αδέσποτων σκύλων και γατών μπορεί να έχει πολύ σοβαρές οικολογικές συνέπειες, επίσης.

Οι γάτες και οι σκύλοι είναι αξιολάτρευτα, πολύ δημοφιλή και αγαπητά κατοικίδια. Πρόκειται όμως για οικόσιτα ζώα και όχι για άγρια. Δεν ανήκουν στην άγρια φύση και σε κανένα άγριο οικοσύστημα ως φυσικοί αυτόχθονοι θηρευτές.

«Μα πώς γίνεται αυτό»;
Ο σκύλος και η γάτα είναι ανθρώπινα «δημιουργήματα» που προέκυψαν μέσω επιλεκτικής αναπαραγωγής (selective breeding) επί χιλιάδες χρόνια, των εξημερωμένων άγριων προγόνων τους: τον λύκο και την αγριόγατα. Τα προγονικά ένστικτά τους να κυνηγούν υπάρχουν ακόμα. Η φυσική τους θηρευτική συμπεριφορά όμως δεν σημαίνει ότι η παρουσία τους στα ελληνικά οικοσυστήματα είναι και οικολογικά φυσική.

*Άλλα παραδείγματα οικόσιτων ζώων που προέκυψαν από επιλεκτικές αναπαραγωγές άγριων είναι το πρόβατο, η αγελάδα, το γουρούνι, και άλλα οικόσιτα ζώα – αλλά και πολλά καλλιεργήσιμα φυτά.

 
Οι επιπτώσεις των αδέσποτων και ελεύθερων γατών και σκύλων στην άγρια ζωή
Η γάτα

Η δημιουργία της σημερινής οικόσιτης γάτας (Felis catus) ξεκινά με την εξημέρωση της Λιβυκής αγριόγατας (Felis lybica), κάτι που συνέβη πριν πολλές χιλιάδες χρόνια. Ακολούθησε η πρόσμιξη της εξημερωμένης λιβυκής με άλλα είδη αγριόγατας από άλλες περιοχές του κόσμου και, στη συνέχεια, η υβριδική πλέον γάτα επιδέχτηκε επιλεκτικές αναπαραγωγές χιλιάδων ετών, με σκοπό τη δημιουργία επιθυμητών χαρακτηριστικών και τις διάφορες ράτσες. Το αποτέλεσμα ήταν σήμερα η κατοικίδια γάτα να συνιστά ένα ζώο εντελώς διαφορετικής συμπεριφοράς και οικολογίας από τις αγριόγατες. Ένα διαφορετικό ζώο που δημιούργησε ο άνθρωπος. Η οικόσιτη γάτα έχει μεταφερθεί από τον άνθρωπο σχεδόν σε ολόκληρο τον πλανήτη και ζει κοντά και υπό την προστασία του ανθρώπου και των οικισμών. Πολλαπλασιάζεται με ταχύτατους ρυθμούς, δεν ανήκει σε κανένα φυσικό οικοσύστημα ως αυτόχθονο είδος, ενώ συνεχίζει να διατηρεί τα κυνηγετικά ένστικτα τα οποία εξασκεί στα άγρια ζώα όταν βρίσκεται αδέσποτη/μη περιορισμένη. Μια ελεύθερη γάτα μπορεί να έχει πρόσβαση σε ανθρωπογενείς πηγές τροφής. Αυτό σημαίνει ότι δεν εξαρτάται από το οικοσύστημα για το σύνολο της ενέργειας που χρειάζεται για να επιβιώσει, ενώ παράλληλα μπορεί να συνεχίζει να κυνηγά άγρια ζώα, χωρίς να έχει ουσιαστικούς φυσικούς εχθρούς.

 

Αριστερά: Αδέσποτη γάτα που έχει συλλάβει ένα Λιακόνι (Chalcides ocellatus) κάπου στο Ρέθυμνο Κρήτης (Photo source: Canva Pro). Δεξιά: Αδέσποτη γάτα έχει συλλάβει και θανατώσει έναν Λαγόγυρο (Spermophilus citellus) στο αγρόκτημα του ΑΠΘ (Photo: © Giorgos Spiridakis). Η συγκεκριμένη γάτα εξάλειψε ολόκληρη την αποικία Λαγόγυρων στο αγρόκτημα ΑΠΘ μέσα σε λίγους μήνες. Όμοιο περιστατικό συνέβη στην Πτολεμαΐδα όπου γνωστή αποικία Λαγόγυρων στα πέριξ της πόλης εξολοθρεύτηκε από μία μόνο αδέσποτη γάτα.

 

Οι αδέσποτες και μη περιορισμένες δεσποζόμενες γάτες έχουν συμβάλει στην εξαφάνιση τουλάχιστον 63 ειδών άγριας ζωής μέχρι σήμερα, και συνεχίζουν να ασκούν πίεση σε πολλές χιλιάδες άλλα. Μια παγκόσμια σύνθεση της βιβλιογραφίας 533 μελετών κατέγραψε 2.084 είδη που καταναλώνονται από ελεύθερες γάτες. Από αυτά, 347 είδη (16,65%) θεωρούνται είδη διατήρησης ενδιαφέροντος. Μια γάτα μπορεί να σκοτώσει δεκάδες μικρά ζώα ημερησίως, όπως έχει δειχθεί πολλές φορές (ενδεικτική πηγή – Προσοχή! Σκληρές εικόνες). Στην εργασία των Doherty et al. (2016), υπολογίζεται ότι οι γάτες συνιστούν το δεινότερο εισαγόμενο/εισβλητικό θηλαστικό, που συνδέεται με θήρευση περισσότερων άγριων ειδών σπονδυλωτών από όσα θηρεύουν συνολικά τα 5 είδη εισαγόμενων τρωκτικών (ποντίκια και αρουραίοι) μαζί, ενώ στην 3η θέση έρχεται ο αδέσποτος/ελεύθερος σκύλος, μετά τη γάτα και τα τρωκτικά.

Υπολογίζεται ότι οι γάτες θηρεύουν ετησίως:

Στην Αμερική (ΗΠΑ):
• από 1,3 έως 4 δισεκατομμύρια πτηνά
• 6 έως 22 δις μικροθηλαστικά

Στην Αυστραλία:
• περισσότερα από 600 εκατομμύρια ερπετά
• 400 εκ. πτηνά
• περισσότερα από 1 δις θηλαστικά

Στην Κίνα:
• 2,7 – 5,5 δις πτηνά
• 4 – 10 δις θηλαστικά

 

Επιπλέον, οι αδέσποτες οικόσιτες γάτες υβριδίζουν με την Ευρωπαϊκή αγριόγατα (Felis silvestris) αλλοιώνοντας τα γενετικά, μορφολογικά και οικολογικά χαρακτηριστικά, και τη γενετική καθαρότητά της, δημιουργώντας ουσιαστικό ζήτημα διατήρησης.

 

 

Έτσι λοιπόν, η γάτα (αδέσποτη ή μη περιορισμένη), αξιολογείται σήμερα ως ένα από τα 21 δεινότερα χωροκατακτητικά χορδωτά ζώα παγκοσμίως, ενώ βρίσκεται στη λίστα με τα 100 δεινότερα εισαγόμενα είδη γενικώς (φυτά και ζώα), σύμφωνα με τη Global Invasive Species Database και την IUCN.

Οι αναφορές των μελετητών που εργάζονται στην εποπτεία της ελληνικής άγριας ζωής, συνιστούν ισχυρές ενδείξεις ότι έχουμε παρόμοια προβλήματα και στη χώρα μας (βλ. αξιολογήσεις στον ελληνικό Κόκκινο Κατάλογο των απειλούμενων ειδών).

 
Ο σκύλος

Ο σκύλος (Canis familiaris) προέκυψε με παρόμοιο τρόπο, από εξημέρωση του γκρίζου λύκου (Canis lupus) και επιλεκτικές αναπαραγωγές για περισσότερα από 20.000 χρόνια. Οι ελεύθερα περιφερόμενοι σκύλοι μπορούν να θηρεύουν, να ενοχλούν και να ανταγωνίζονται εκατοντάδες είδη άγριων ζώων, αλλά και να μεταφέρουν παθογόνα σε αυτά. Μελέτες έχουν δείξει ότι η παρουσία ελεύθερων σκύλων μπορεί να επηρεάζει ακόμη και τη χωρική κατανομή αυτόχθονων σαρκοφάγων. Όσον αφορά την αλληλεπίδραση με τον λύκο συγκεκριμένα, η βιβλιογραφία τεκμηριώνει ότι οι ελεύθερα περιφερόμενοι/αδέσποτοι σκύλοι μπορούν να επηρεάσουν τους λύκους μέσω υβριδισμού, ανταγωνισμού και μετάδοσης παθογόνων. Μάλιστα, ευρωπαϊκή ανασκόπηση αναφέρει ρητά τα παραπάνω ως πιθανούς άμεσους τρόπους με τους οποίους οι σκύλοι μπορούν να αποτελέσουν απειλή για τη διατήρηση του λύκου.

 

Αριστερά: Αδέσποτος σκύλος θηρεύει λαγό (Photo by Hari Somashekhar). Δεξιά: Αδέσποτος σκύλος κυνηγά Καστανόπαπιες και άλλα παρυδάτια πτηνά (Photo by Nature in Focus). Τα στιγμιότυπα είναι από την Ινδία όπου το πρόβλημα των αδέσποτων σκύλων και των επιπτώσεων στην άγρια ζωή είναι τεράστιο. Παρόμοια προβλήματα, σε μικρότερο όμως βαθμό, καταγράφονται και στην Ελλάδα.

 

«Αν εξαιρέσουμε τον υβριδισμό και τις ασθένειες, γιατί οι γάτες και οι σκύλοι κάνουν τόση ζημιά, αφού υπάρχουν και αντίστοιχοι φυσικοί θηρευτές, όπως η αγριόγατα και ο λύκος; Ποια η διαφορά;»

Με λίγα, απλά λόγια:
Η βασική διαφορά είναι ότι ο λύκος και η αγριόγατα είναι μέρος των οικοσυστημάτων στα οποία εξελίχθηκαν στο πέρας εκατομμυρίων ετών, ενώ η οικόσιτη γάτα και ο σκύλος έχουν μεταφερθεί και διατηρούνται από τον άνθρωπο σε τεράστιους αριθμούς, συχνά σε περιοχές όπου δεν αποτελούν φυσικούς θηρευτές. Οι άγριοι θηρευτές περιορίζονται από τη διαθεσιμότητα τροφής, τον ανταγωνισμό, την επικράτεια και άλλους οικολογικούς μηχανισμούς (φέρουσα ικανότητα), ενώ ένας σκύλος ή μια γάτα μπορεί να έχει ανθρώπινη τροφή και προστασία, και ταυτόχρονα να κυνηγά άγρια ζώα. Έτσι, η θήρευση από έναν λύκο ή μια αγριόγατα αποτελεί μέρος ενός εξελικτικά διαμορφωμένου συστήματος αλληλεπιδράσεων, ενώ η θήρευση από μεγάλους πληθυσμούς ελεύθερων κατοικίδιων προσθέτει μια ανθρωπογενή πηγή θνησιμότητας που τα οικοσυστήματα δεν έχουν εξελιχθεί να αντιμετωπίζουν. Το πρόβλημα, επομένως, δεν είναι απλά ότι «οι γάτες και οι σκύλοι κυνηγούν», αλλά η αφύσικα μεγάλη και ανθρωπογενώς συντηρούμενη παρουσία τους στη φύση.

 

Λύσεις στο πρόβλημα των αδέσποτων γατών και σκύλων:
• Ορθή ενημέρωση του κοινού και των κηδεμόνων
• Δημιουργία καταφυγίων για αδέσποτα ζώα
• Υιοθεσία
• Στείρωση
• Περιορισμός των κατοικιδίων κατ’ οίκον

 


DISCLAIMER: Το παρόν δεν δαιμονοποιεί τα αδέσποτα ζώα. Στο παρόν παρατίθενται πραγματικά στοιχεία για το υπαρκτό, τεκμηριωμένο διεθνώς πρόβλημα (βλ. Βιβλιογραφία στο τέλος του κειμένου). Τα αδέσποτα ζώα δεν ευθύνονται για το ότι βρέθηκαν αβοήθητα στη φύση. Με το να αναγνωρίσουμε το πρόβλημα πετυχαίνουμε πιο υπεύθυνους κηδεμόνες κατοικιδίων, καλύτερο νομοθετικό πλαίσιο, περισσότερα καταφύγια, περισσότερες στειρώσεις και υιοθεσίες. Η θανάτωση και η κακοποίηση σκύλου και γάτας επιφέρει πολύ βαριές κυρώσεις.


 
Και το ίδιο το κατοικίδιο πληρώνει το τίμημα της εγκατάλειψης

Ένα ζώο, εξωτικό ή μη, που έχει μεγαλώσει σε αιχμαλωσία μπορεί να μην ξέρει:

  • • πού και πώς να βρει τροφή
    • πώς να προστατευτεί από θηρευτές
    • πώς να αντιμετωπίσει τον ανταγωνισμό
    • πώς να αποφύγει αυτοκίνητα και άλλους ανθρωπογενείς κινδύνους
    • πώς να αντιμετωπίσει τις διαφορετικές κλιματικές συνθήκες
    • ή πώς να αντιμετωπίσει παθογόνα και παράσιτα που δεν είχε συναντήσει ποτέ

 

Μπορεί να υποφέρει και να πεθάνει από πείνα, αφυδάτωση, υποθερμία ή θερμοπληξία. Μπορεί να τραυματιστεί, να γίνει θήραμα ή να νοσήσει από θανατηφόρα παθογόνα και παράσιτα.

Η εγκατάλειψη, επομένως, δεν είναι ούτε πράξη φιλοζωίας ούτε πράξη προστασίας της φύσης. Είναι μεταφορά της ευθύνης από τον ιδιοκτήτη στο ζώο και στο οικοσύστημα.

 

Μητέρα αδέσποτη γάτα στέκεται δίπλα από το τελευταίο, τυφλό γατάκι της που πατήθηκε από διερχόμενο όχημα σε χωριό ελληνικού νησιού. Τα πατημένα αδέσποτα γατάκια είναι ένα πολύ συχνό φαινόμενο στις ελληνικές πόλεις και χωριά. Τα αδέσποτα ζώα αντιμετωπίζουν πολλούς κινδύνους, πείνα, ασθένειες και υψηλή θνησιμότητα.

 
Τι λέει η νομοθεσία;

Σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο βασικός νομοθετικός πυλώνας είναι ο Κανονισμός (ΕΕ) 1143/2014 για την πρόληψη και διαχείριση της εισαγωγής και εξάπλωσης χωροκατακτητικών ξένων ειδών. Για τα είδη που περιλαμβάνονται στον Ενωσιακό Κατάλογο (δεν αφορά σκύλο και γάτα), απαγορεύονται, μεταξύ άλλων, η σκόπιμη εισαγωγή στην ΕΕ, η κατοχή, η εκτροφή, η μεταφορά, η διάθεση στην αγορά, η ανταλλαγή και η απελευθέρωση στο περιβάλλον. Τα κράτη μέλη οφείλουν επίσης να λαμβάνουν μέτρα για την αποτροπή ακούσιων εισαγωγών και εξαπλώσεων.

Η νομοθεσία δεν σταματά στην απαγόρευση. Αν ένα είδος έχει ήδη εξαπλωθεί ευρέως, προβλέπονται μέτρα διαχείρισης, περιορισμού και ελέγχου, ενώ προβλέπεται ακόμη και αποκατάσταση των οικοσυστημάτων που έχουν υποστεί ζημιά.

Σήμερα η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναφέρει 114 χωροκατακτητικά ξενικά είδη ενωσιακού ενδιαφέροντος, από τα οποία 65 είναι ζώα και 49 φυτά. Η νομοθεσία έχει επικαιροποιηθεί και ο κατάλογος συνεχίζει να αναθεωρείται. Στην Ελλάδα, ο Κανονισμός εφαρμόζεται μέσω εθνικών μέτρων, μεταξύ άλλων της ΚΥΑ του 2021 για την εφαρμογή του Κανονισμού 1143/2014.

Υπάρχει όμως και μια δεύτερη, πολύ σημαντική νομοθεσία που αφορά άμεσα τον ιδιοκτήτη κατοικίδιου.
Ο ελληνικός Ν. 4830/2021 αναφέρει ρητά ότι ο ιδιοκτήτης ζώου συντροφιάς δεν επιτρέπεται να το εγκαταλείπει (αφορά και γάτα/σκύλο). Αν επιθυμεί να το αποχωριστεί και δεν έχει βρει νέο ιδιοκτήτη, προβλέπεται συγκεκριμένη διαδικασία μέσω του δήμου και της Πανελλήνιας Πλατφόρμας Υιοθεσίας για σκύλους και γάτες. Για την εγκατάλειψη προβλέπονται διοικητικές και ποινικές κυρώσεις. Ο νόμος προβλέπει, ανάλογα με την περίπτωση, διοικητικό πρόστιμο από 5.000 έως 15.000 ευρώ ανά ζώο για εγκατάλειψη, ενώ για συγκεκριμένες ιδιαίτερα σοβαρές περιπτώσεις, όπως η εγκατάλειψη νεογέννητων ζώων, προβλέπονται πολύ βαρύτερες κυρώσεις. Με άλλα λόγια, η εγκατάλειψη δεν είναι απλώς «κακή ιδέα». Είναι και παράνομη.

 
Ποια είναι η λύση και η σωστή στάση λοιπόν;

Όταν αγοράζουμε ένα κατοικίδιο, αναλαμβάνουμε έναν ζωντανό οργανισμό που εξαρτάται από εμάς. Η ευθύνη μας δεν τελειώνει όταν το ζώο μεγαλώσει, όταν πάψει να είναι «χαριτωμένο», όταν γίνει ακριβό ή όταν αλλάξουν οι συνθήκες της ζωής μας.

Πριν αγοράσουμε ένα ζώο, σκεφτόμαστε αν μπορούμε πραγματικά να του προσφέρουμε όσα χρειάζεται. Όχι για έναν μήνα. Όχι όσο είναι μικρό και χαριτωμένο. Αλλά για ολόκληρη τη διάρκεια της ζωής του.

Ιδιαίτερα όταν μιλάμε για εξωτικά ζώα, πρέπει να γνωρίζουμε:

  • • πόσο μεγαλώνουν
    • πόσα χρόνια ζουν
    • τι τρώνε
    • τι χώρο χρειάζονται
    • τι θερμοκρασία και υγρασία απαιτούν
    • πόσο κοστίζει η σωστή διατήρησή τους
    • αν υπάρχει διαθέσιμος εξειδικευμένος κτηνίατρος
    • αν επιτρέπεται η κατοχή και η εμπορία τους
    • και τι θα κάνουμε όταν το ζώο μεγαλώσει ή οι συνθήκες της ζωής μας αλλάξουν

 

Δεν αγοράζουμε ένα ζώο επειδή είναι φτηνό, μικρό ή «εύκολο», ή επειδή το περιέφερε στον ώμο του ο αγαπημένος μας τηλεοπτικός πρωταγωνιστής.

Μια μικρή νεροχελώνα μπορεί να γίνει ένα μεγάλο ζώο με απαιτήσεις για δεκαετίες. Ένα ενυδρείο μπορεί να γίνει πολύ μεγαλύτερο και ακριβότερο από όσο υπολόγιζε κάποιος. Ένα εξωτικό ερπετό μπορεί να χρειάζεται εξοπλισμό, τροφή και κτηνιατρική φροντίδα που δεν είχαμε υπολογίσει. Τα κατοικίδια χρειάζονται τα «τρία Χ»: επαρκή χώρο, χρόνο και χρήμα!

Η υπεύθυνη ιδιοκτησία ξεκινά πριν από την αγορά ή την υιοθεσία.

Και αν, παρ’ όλα αυτά, έρθει κάποια στιγμή που πραγματικά δεν μπορούμε πλέον να κρατήσουμε το κατοικίδιό μας:
Δεν το αφήνουμε στη φύση. Δεν το αφήνουμε σε μια λίμνη, σε ένα πάρκο, «κάπου στην εξοχή». Αναζητούμε υπεύθυνο νέο ιδιοκτήτη ή απευθυνόμαστε σε αρμόδιο φορέα, κτηνίατρο, καταφύγιο ή εξειδικευμένη οργάνωση, ανάλογα με το είδος.

Για τα ζώα συντροφιάς που καλύπτονται από τον Ν. 4830/2021, υπάρχει συγκεκριμένη διαδικασία αποχωρισμού μέσω των αρμόδιων υπηρεσιών.

 
Η φύση δεν είναι καταφύγιο κατοικιδίων

Υπάρχει μια λανθασμένη πεποίθηση και στρεβλή αντίληψη ότι οποιαδήποτε τοποθεσία στην άγρια φύση είναι το «ιδανικό μέρος» για κάθε ζώο. Δεν είναι.
Δεν «χαρίζουμε την ελευθερία» σε ένα κατοικίδιο ζώο που εγκαταλείπουμε στη φύση. Το μεταφέρουμε σε έναν κόσμο για τον οποίο μπορεί να μην είναι προσαρμοσμένο και, ταυτόχρονα, επιβάλλουμε την παρουσία του σε οργανισμούς που δεν επέλεξαν ποτέ να ζήσουν μαζί του.

Η φύση δεν είναι χώρος απόρριψης για τη χελώνα που μεγάλωσε, για το ψάρι που έγινε πολύ μεγάλο για το ενυδρείο, για το ερπετό που έγινε δύσκολο στη φροντίδα ή για το ζώο που απλώς σταμάτησε να μας ενδιαφέρει. Και η γάτα ή ο σκύλος δεν είναι εργαλείο ή διακοσμητικό της αυλής, του κτήματος, της γειτονιάς. Είναι κατοικίδιο ζώο συντροφιάς και οφείλουμε ως τέτοιο να φροντίζουμε για την ευζωία του, εντός οικίας, χορτάτο, στειρωμένο και υγιές.

Η φύση δεν χρειάζεται να εμπλουτιστεί με τα κατοικίδιά μας. Δεν είναι το μέρος όπου αφήνουμε ό,τι δεν μπορούμε πλέον να φροντίσουμε, αλλά το μέρος που οφείλουμε να προστατεύουμε.

Ενημερωνόμαστε έγκυρα – κρατάμε υπεύθυνη στάση – σεβόμαστε τους ζωντανούς οργανισμούς, το περιβάλλον και τη βιοποικιλότητα.

 

 


Σημειώση: Δεν προέρχονται όλα τα ξενικά από εγκαταλελειμμένα κατοικίδια. Αν και η εγκατάλειψη κατοικιδίων αποτελεί μια πολύ σοβαρή και προλήψιμη αιτία εισαγωγής, δεν δημιουργούνται όλοι οι ξενικοί πληθυσμοί επειδή κάποιος βαρέθηκε το κατοικίδιό του. Υπάρχουν και ακούσιες εισαγωγές. Ένα ζώο μπορεί να ταξιδέψει κρυμμένο μέσα σε ένα φορτίο, σε ένα φυτό, σε χώμα, σε ξυλεία ή σε άλλο εμπορεύσιμο υλικό. Η μεταφορά φυτών, και ιδιαίτερα παλαιών ελαιόδεντρων, έχει αναγνωριστεί ως σημαντική οδός παθητικής μετακίνησης ερπετών στη Μεσόγειο.
Υπάρχουν επίσης σκόπιμες μετακινήσεις ζώων, από απερίσκεπτες απελευθερώσεις και «εμπλουτισμούς» (βλ. σχετικό άρθρο στην Ενότητα «Υπάρχουν παρόλα αυτά κάποιοι που απελευθερώνουν ζώα;»), αλλά και η διαφυγή από αιχμαλωσία ή εγκαταστάσεις εκτροφής και εμπορίου.


 
Βιβλιογραφία

Ξενικά είδη, βιολογικές εισβολές και εμπόριο κατοικιδίων

1. Doherty, T. S., Glen, A. S., Nimmo, D. G., Dickman, C. R., Ritchie, E. G., et al. (2016). Invasive predators and global biodiversity loss. Proceedings of the National Academy of Sciences, 113(40), 11261–11265. DOI: 10.1073/pnas.1602480113.
2. IPBES (2023). Thematic Assessment Report on Invasive Alien Species and their Control of the Intergovernmental Science-Policy Platform on Biodiversity and Ecosystem Services. Roy, H. E., Pauchard, A., Stoett, P. & Renard Truong, T. (eds.). IPBES Secretariat, Bonn, Germany. DOI: 10.5281/zenodo.7430682.
3. Katsanevakis, S. et al. (2014). Invading the Mediterranean: the first catalogue of alien marine species in Europe. Mediterranean Marine Science, 15(2), 1–17.
4. Kopecký, O., Kalous, L. & Patoka, J. (2013). Establishment risk from pet-trade freshwater turtles in the European Union. Knowledge and Management of Aquatic Ecosystems, 410(2), 1–11. DOI: 10.1051/kmae/2013057.
5. Masin, S., Bonardi, A., Padoa-Schioppa, E., Bottoni, L. & Ficetola, G. F. (2014). Risk of invasion by frequently traded freshwater turtles. Biological Invasions, 16(1), 217–231. DOI: 10.1007/s10530-013-0515-y.
6. Rosa, G., Canessa, S., Oneto, F., Ottonello, D., Salvidio, S. & Renet, J. (2026). Beyond the Shell: Reviewing the Ecological and Economic Impact of Trachemys scripta in Europe Over the Past 25 Years. Aquatic Conservation: Marine and Freshwater Ecosystems, 36(8), e70443. DOI: 10.1002/aqc.70443.

 

Ελληνικά παραδείγματα

7. Kalaentzis, K., Kazilas, C., Strachinis, I., Tzoras, E. & Lymberakis, P. (2023). Alien Freshwater Turtles in Greece: Citizen Science Reveals the Hydra-Headed Issue of the Pet Turtle Trade. Diversity, 15(5), 691. DOI: 10.3390/d15050691.
8. Koutsikos, N., Zogaris, S., Vardakas, L. & Kalantzi, O.-I. (2021). Non-indigenous freshwater fish research in Greece: Current status and future prospects. Mediterranean Marine Science, 22(2), 393–406. DOI: 10.12681/mms.26804.
9. Papavlasopoulou, I., Vardakas, L., Perdikaris, C., Kommatas, D. & Paschos, I. (2013). Ornamental fish in pet stores in Greece: a threat to biodiversity? Mediterranean Marine Science, 15(1), 126–134. DOI: 10.12681/mms.484.
10. Stille, M., Gasteratos, I. & Stille, B. (2021). Alien and invasive terrestrial vertebrate species on Corfu, Ionian Islands, Greece. Journal of Vertebrate Biology, 70(1), 20126. DOI: 10.25225/jvb.20126.
11. Stope, M. B. (2023). The Raccoon (Procyon lotor) as a Neozoon in Europe. Animals, 13(2), 273. DOI: 10.3390/ani13020273.

 

Παθογόνα και παράσιτα που σχετίζονται με pet trade

12. Iglesias, R., García-Estévez, J. M., Ayres, C., Acuña, A. & Cordero-Rivera, A. (2015). First reported outbreak of severe spirorchiidiasis in Emys orbicularis, probably resulting from a parasite spillover event. Diseases of Aquatic Organisms, 113(1), 75–80. DOI: 10.3354/dao02812.
13. Scheele, B. C. et al. (2019). Amphibian fungal panzootic causes catastrophic and ongoing loss of biodiversity. Science, 363(6434), 1459–1463. DOI: 10.1126/science.aav0379.
14. Strachinis, I., Marschang, R. E., Lymberakis, P., Karagianni, K. M. & Azmanis, P. (2022). Infectious disease threats to amphibians in Greece: new localities positive for Batrachochytrium dendrobatidis. Diseases of Aquatic Organisms, 152, 127–138. DOI: 10.3354/dao03712.
15. Wombwell, E. L., Garner, T. W. J., Cunningham, A. A., Quest, R., Pritchard, S., Rowcliffe, J. M. & Griffiths, R. A. (2016). Detection of Batrachochytrium dendrobatidis in amphibians imported into the UK for the pet trade. EcoHealth, 13(3), 456–466. DOI: 10.1007/s10393-016-1138-4.

 

Ανθρωπογενείς μετακινήσεις ερπετών

16. Kalaentzis, K., Strachinis, I., Katsiyiannis, P., Oefinger, P. & Kazilas, C. (2018). New records and an updated list of the herpetofauna of Kastellorizo and the adjacent islet Psomi (Dodecanese, Greece). Herpetology Notes, 11, 1009–1019.
17. Rato, C., Deso, G., Renet, J., Delaugerre, M. J., Marques, V. & Mochales-Riaño, G. (2023). Colonization routes uncovered in a widely introduced Mediterranean gecko, Tarentola mauritanica. Scientific Reports, 13, 16681. DOI: 10.1038/s41598-023-43704-8.
18. Strachinis, I., Kalaentzis, K. & Daftsios, T. (2025). First record of an introduced population of Moorish Gecko, Tarentola mauritanica (Linnaeus, 1758), on the island of Rhodes, Greece. Herpetology Notes, 18, 165–168.
19. Strachinis, I., Lymberakis, P. & Tzoras, E. (2023). Tarentola mauritanica (Squamata: Phyllodactylidae) in Greece: an update on the species’ distribution, including new records. Ecologia Balkanica, 15(1), 8–26.

 

Γάτα και επιπτώσεις στη βιοποικιλότητα

20. Australian Government, Department of Climate Change, Energy, the Environment and Water (DCCEEW) (2024). Feral cats — Threat abatement plan for predation by feral cats 2024.
21. Baca, M., Popović, D., Panagiotopoulou, H., Marciszak, A., Krajcarz, M., Krajcarz, M. T., Makowiecki, D., Węgleński, P. & Nadachowski, A. (2018). Human-mediated dispersal of cats in the Neolithic Central Europe. Heredity, 121(6), 557–563. DOI: 10.1038/s41437-018-0071-4.
22. Driscoll, C. A., Menotti-Raymond, M., Roca, A. L., Hupe, K., Johnson, W. E., Geffen, E., et al. (2007). The Near Eastern Origin of Cat Domestication. Science, 317(5837), 519–523. DOI: 10.1126/science.1139518.
23. Krajcarz, M., Krajcarz, M. T., Baca, M., Golubiński, M., Bielichová, Z., Bulatović, J., Csippán, P., Dimitrijević, V., Kyselý, R., Makowiecki, D., Marciszak, A., Marković, N., Mladenović, M., Van Neer, W., Obada, T., Živaljević, I., Bulatović, A., Ivanišević, V., Pop-Lazić, S., Mihailović, D., Ostasz, A., Penezić, K., Tasić, N., Špehar, P., Wilczyński, J., Popović, D. & others (2022). The history of the domestic cat in Central Europe. Antiquity, 96(390), 1628–1633. DOI: 10.15184/aqy.2022.128.
24. Lepczyk, C. A., Fantle-Lepczyk, J. E., Dunham, K. D., Bonnaud, E., Lindner, J., Doherty, T. S. & Woinarski, J. C. Z. (2023). A global synthesis and assessment of free-ranging domestic cat diet. Nature Communications, 14, 7809. DOI: 10.1038/s41467-023-42766-6.
25. Li, Y. et al. (2021). Estimates of wildlife killed by free-ranging cats in China. Biological Conservation, 253, 108929. DOI: 10.1016/j.biocon.2020.108929.
26. Loss, S. R., Will, T. & Marra, P. P. (2013). The impact of free-ranging domestic cats on wildlife of the United States. Nature Communications, 4, 1396. DOI: 10.1038/ncomms2380.
27. Loss, S. R., Will, T. & Marra, P. P. (2013). Correction: Corrigendum: The impact of free-ranging domestic cats on wildlife of the United States. Nature Communications, 4, 2961. DOI: 10.1038/ncomms3961.
28. Mattucci, F., Oliveira, R., Lyons, L. A., Alves, P. C. & Randi, E. (2016). European wildcat populations are subdivided into five main biogeographic groups: consequences of Pleistocene climate changes or recent anthropogenic fragmentation? Ecology and Evolution, 6(1), 3–22. DOI: 10.1002/ece3.1815.
29. Medina, F. M., Bonnaud, E., Vidal, E., Tershy, B., Le Corre, M., Horwath, S. V. & Nogales, M. (2011). A global review of the impacts of invasive cats on island endangered vertebrates. Global Change Biology, 17(11), 3503–3510. DOI: 10.1111/j.1365-2486.2011.02464.x.
30. Montague, M. J. et al. (2014). Comparative analysis of the domestic cat genome reveals genetic signatures underlying feline biology and domestication. Proceedings of the National Academy of Sciences, 111(48), 17230–17235. DOI: 10.1073/pnas.1410083111.
31. Nussberger, B., Barbosa, S., Beaumont, M., Currat, M., Devillard, S., Heurich, M., et al. (2023). A common statement on anthropogenic hybridization of the European wildcat (Felis silvestris). Frontiers in Ecology and Evolution, 11, 1156387. DOI: 10.3389/fevo.2023.1156387.
32. Nussberger, B., Hertwig, S. T. & Roth, T. (2023). Monitoring distribution, density and introgression in European wildcats in Switzerland. Biological Conservation, 281, 110029. DOI: 10.1016/j.biocon.2023.110029.
33. Ottoni, C., Van Neer, W., De Cupere, B., Daligault, J., Guimaraes, S., Peters, J., Spassov, N., Prendergast, M. E., Boivin, N., Morales-Muñiz, A., Bălăşescu, A., Becker, C., Benecke, N., Boroneant, A., Buitenhuis, H., Chahoud, J., Crowther, A., Llorente, L., Manaseryan, N., Monchot, H., Onar, V., Osypińska, M., Putelat, O., Quintana Morales, E. M., Studer, J., Wierer, U., Decorte, R., Grange, T. & Geigl, E.-M. (2017). The palaeogenetics of cat dispersal in the ancient world. Nature Ecology & Evolution, 1, 0139. DOI: 10.1038/s41559-017-0139.
34. Stobo-Wilson, A. M., Murphy, B. P., Legge, S. M., et al. (2022). Counting the bodies: Estimating the numbers and spatial variation of Australian reptiles, birds and mammals killed by two invasive mesopredators. Diversity and Distributions, 28(8), 1737–1750. DOI: 10.1111/ddi.13497.
35. Trouwborst, A. & Somsen, H. (2020). Domestic Cats (Felis catus) and European Nature Conservation Law—Applying the EU Birds and Habitats Directives to a Significant but Neglected Threat to Wildlife. Journal of Environmental Law, 32(3), 391–415. DOI: 10.1093/jel/eqz035.

 

Σκύλος και επιπτώσεις στη βιοποικιλότητα

36. Doherty, T. S., Dickman, C. R., Glen, A. S., Newsome, T. M., Nimmo, D. G., Ritchie, E. G., Vanak, A. T. & Wirsing, A. J. (2017). The global impacts of domestic dogs on threatened vertebrates. Biological Conservation, 210, 56–59. DOI: 10.1016/j.biocon.2017.04.007.
37. Donfrancesco, V., Ciucci, P., Salvatori, V., Benson, D., Andersen, L. W., Bassi, E., et al. (2019). Unravelling the Scientific Debate on How to Address Wolf-Dog Hybridization in Europe. Frontiers in Ecology and Evolution, 7, 175. DOI: 10.3389/fevo.2019.00175.
38. Dufresnes, C., Remollino, N., Stoffel, C., Manz, R., Weber, J.-M. & Fumagalli, L. (2019). Two decades of non-invasive genetic monitoring of the grey wolves recolonizing the Alps support very limited dog introgression. Scientific Reports, 9, 148. DOI: 10.1038/s41598-018-37331-x.
39. Dziech, A. (2021). Identification of Wolf-Dog Hybrids in Europe – An Overview of Genetic Studies. Frontiers in Ecology and Evolution, 9, 760160. DOI: 10.3389/fevo.2021.760160.
40. Fritts, S. H., Paul, W. J., Mech, L. D. & Scott, D. P. (2014). Warring brothers: The complex interactions between wolves (Canis lupus) and dogs (Canis familiaris) in a conservation context. Biological Conservation, 177, 182–191. DOI: 10.1016/j.biocon.2014.06.007.
41. Hindrikson, M., Männil, P., Ozolins, J., Krzywinski, A. & Saarma, U. (2012). Bucking the Trend in Wolf-Dog Hybridization: First Evidence from Europe of Hybridization between Female Dogs and Male Wolves. PLoS ONE, 7(10), e46465. DOI: 10.1371/journal.pone.0046465.
42. Hindrikson, M., Remm, J., Pilot, M., Godinho, R., Stronen, A. V., Baltrūnaitė, L., Czarnomska, S. D., Leonard, J. A., Randi, E., Nowak, C., Åkesson, M., López-Bao, J. V., Álvares, F., Llaneza, L., Echegaray, J., Vilà, C., Ozolins, J., Rungis, D., Aspi, J., Paule, L., Skrbinšek, T. & Saarma, U. (2017). Wolf population genetics in Europe: a systematic review, meta-analysis and suggestions for conservation and management. Biological Reviews, 92(3), 1601–1629. DOI: 10.1111/brv.12298.
43. Vanak, A. T. & Gompper, M. E. (2009). Dogs (Canis familiaris) as carnivores: their role and functional importance in intraguild competition. Mammal Review, 39(4), 265–283. DOI: 10.1111/j.1365-2907.2009.00148.x.
44. Vanak, A. T. & Gompper, M. E. (2010). Interference competition at the landscape level: the effect of free-ranging dogs on a native mesocarnivore. Journal of Applied Ecology, 47(6), 1225–1232. DOI: 10.1111/j.1365-2664.2010.01870.x.

 

Ευρωπαϊκή και ελληνική νομοθεσία

45. European Commission (2016). Commission Implementing Regulation (EU) 2016/1141 of 13 July 2016 adopting a list of invasive alien species of Union concern pursuant to Regulation (EU) No 1143/2014.
46. European Commission (2025). Commission Implementing Regulation (EU) 2025/1422 of 17 July 2025 amending Implementing Regulation (EU) 2016/1141 to update the list of invasive alien species of Union concern. Official Journal of the European Union, L, 18.7.2025.
47. European Parliament and Council (2014). Regulation (EU) No 1143/2014 of 22 October 2014 on the prevention and management of the introduction and spread of invasive alien species. Official Journal of the European Union, L 317, 4.11.2014, 35–55.
48. Ελληνική Δημοκρατία (2021). Νόμος 4830/2021, Νέο πλαίσιο για την ευζωία των ζώων συντροφιάς — Πρόγραμμα «ΑΡΓΟΣ» και λοιπές διατάξεις. ΦΕΚ Α΄ 169/18.09.2021.
49. Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας & Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων (2025). Αρχικός εθνικός κατάλογος χωροκατακτητικών ξενικών ειδών εθνικού ενδιαφέροντος σύμφωνα με το άρθρο 12 του Κανονισμού 1143/2014/ΕΕ. Κοινή Υπουργική Απόφαση ΥΠΕΝ/ΔΔΦΠΒ/71457/1717/27.06.2025, ΦΕΚ Β΄ 3574/09.07.2025.

 

Άλλες σχετικές πληροφορίες

50. Boncompagni, L., Molfini, M., Ciampelli, P., Fazzi, P., Lucchesi, M., Mori, E., Mazza, G. & Petralia, L. (2021). No country for native crayfish: importance of crustaceans in the diet of native and alien Northern raccoons. Ethology Ecology & Evolution, 33(6), 576–590. DOI: 10.1080/03949370.2021.1872710.
51. Fiderer, C., Göttert, T. & Zeller, U. (2019). Spatial interrelations between raccoons (Procyon lotor), red foxes (Vulpes vulpes), and ground-nesting birds in a Special Protection Area of Germany. European Journal of Wildlife Research, 65, 14. DOI: 10.1007/s10344-018-1249-z.
52. International Union for Conservation of Nature (IUCN) (2023). IUCN welcomes Intergovernmental Platform’s Assessment of risk from 3,500 Invasive Alien Species to global biodiversity. 4 September 2023.
53. Lowe, S., Browne, M., Boudjelas, S. & De Poorter, M. (2000). 100 of the World’s Worst Invasive Alien Species: A Selection from the Global Invasive Species Database. Invasive Species Specialist Group (ISSG), Species Survival Commission (SSC), World Conservation Union (IUCN).
54. Peter, N., Dörge, D. D., Cunze, S., Schantz, A. V., Skaljic, A., Rueckert, S. & Klimpel, S. (2023). Raccoons contraband – The metazoan parasite fauna of free-ranging raccoons in central Europe. International Journal for Parasitology: Parasites and Wildlife, 20, 79–88. DOI: 10.1016/j.ijppaw.2023.01.003.
55. Peter, N., Schantz, A. V., Dörge, D. D., Steinhoff, A., Cunze, S., Skaljic, A. & Klimpel, S. (2024). Evidence of predation pressure on sensitive species by raccoons based on parasitological studies. International Journal for Parasitology: Parasites and Wildlife, 24, 100935. DOI: 10.1016/j.ijppaw.2024.100935.
56. Salgado, I. (2018). Is the raccoon (Procyon lotor) out of control in Europe? Biodiversity and Conservation, 27(9), 2243–2256. DOI: 10.1007/s10531-018-1535-9.
57. Tricarico, E., Ciampelli, P., De Cicco, L., Marsella, S. A., Petralia, L., Rossi, B., Zoccola, A. & Mazza, G. (2021). How Raccoons Could Lead to the Disappearance of Native Crayfish in Central Italy. Frontiers in Ecology and Evolution, 9, 681026. DOI: 10.3389/fevo.2021.681026.
58. Οργανισμός Φυσικού Περιβάλλοντος και Κλιματικής Αλλαγής (Ο.ΦΥ.ΠΕ.Κ.Α.) (2024). Ελληνικός Κόκκινος Κατάλογος – The Greek Red List of Threatened Species. Αθήνα, Ελλάδα.
59. United Nations Environment Programme (UNEP) (2023). Invasive Alien Species Report. 4 September 2023.
60. Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας (ΥΠΕΝ) (2024). Δημόσια Διαβούλευση επί του Εθνικού καταλόγου χωροκατακτητικών ξενικών ειδών (ΧΞΕ). 4 Ιουνίου 2024.

 


 

Σύνταξη κειμένου: Ηλίας Στραχίνης – Βιολόγος

Ημ/νία δημοσίευσης: 06/Σεπ/2026

Σχετικά Άρθρα:

Απειλές μολυσματικών ασθενειών για τα αμφίβια στην Ελλάδα: Ευρήματα και οδηγίες βιοασφάλειας και απολύμανσης

Απειλές μολυσματικών ασθενειών για τα αμφίβια στην Ελλάδα: Ευρήματα και οδηγίες βιοασφάλειας και απολύμανσης

  Απειλές μολυσματικών ασθενειών για τα αμφίβια στην Ελλάδα: Ευρήματα και οδηγίες βιοασφάλειας και απολύμανσης   Ο χυτριδιομύκητας Batrachochytrium είναι μύκητας με ασιατική προέλευση που προσβάλλει τα αμφίβια. Έχει εισαχθεί

Read More »
Οικολόγοι που αμολάνε... φίδια! - Ελληνική Ερπετοπανίδα - herpetofauna.gr, since 2009

Οικολόγοι που αμολάνε… φίδια!

Οικολόγοι που αμολάνε… φίδια! Δεν υπάρχει ούτε ένας κάτοικος της χώρας μας σήμερα που να μην έχει ακούσει, έστω και μία φορά χαρακτηριστικά, ότι «οι οικολόγοι», λίγο πιο έξω από

Read More »